Η φωνή της Χριστίνας!

Γράφτηκε από τον/την Eλεύθερη Πατρίδα Ενεργό . Καταχωρήθηκε στο Αρθρογραφία

Αγαπητοί μου,


Παιδιά, εγγόνια και συνομήλικοι, αγρότες, εργάτες, επιστήμονες, επαγγελματίες, εργαζόμενοι, άνεργοι και συνταξιούχοι.
Αποφάσισα να επικοινωνήσω μαζί σας και να μοιραστώ τις σκέψεις μου.


Σήμερα ζούμε σε μια Ελλάδα που θυμίζει έντονα την «Ελλάδα της Κατοχής» αλλά και διαφέρει απ’ αυτήν.

Στην «Ελλάδα της Κατοχής»:


Οι κυβερνώντες και ο λαός πίστευαν ότι η Ελλάδα έχει σύνορα και τα υπερασπίστηκαν με ένα βροντερό «ΟΧΙ».
Οι κατακτητές είχαν όνομα και εθνικότητα. Είχαν αεροπλάνα, βόμβες, κανόνια, τανκς.
Είχαμε θύματα συμβατικού πολέμου, θύματα άμαχου πληθυσμού, θύματα πείνας.
Είχαμε τους πεινασμένους Έλληνες (μεγάλους και παιδιά) με τα τενεκεδάκια να περιμένουν στην ουρά για να πάρουν λίγα νερόβραστα φασόλια, πατάτες μπλουμ ή ό,τι άλλο για να κορέσουν την αβάσταχτη πείνα τους.
Είχαμε τις ασθένειες: την φυματίωση, τον τύφο, την ελονοσία και άλλες που αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό.
Είχαμε «το κάρο της Δημαρχίας» να μαζεύει τους νεκρούς της πείνας και της εξαθλίωσης από τους δρόμους των πόλεων.
Πολλοί Έλληνες πήγαν στην Αίγυπτο για να συνεχίζουν τον αγώνα εναντίον των κατακτητών.
Οι σύμμαχοι μας κολάκευαν με το «οι ήρωες πολεμούν σαν ‘Έλληνες». Βέβαια, μετά την απελευθέρωση οι ίδιοι «σύμμαχοι» ξέχασαν τους ύμνους τους για τον ηρωισμό των Ελλήνων και για δικά τους συμφέροντα υποδαύλισαν το αιώνιο μικρόβιο της φυλής μας, τη ΔΙΧΟΝΟΙΑ. Έτσι ως «χρήσιμοι ηλίθιοι» οι Έλληνες άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους.
Οι κυβερνώντες και ο λαός δεν ενοχλούνταν από τα Θρησκευτικά, τα Αρχαία Ελληνικά και κάθε τι ελληνικό που συνδέει τους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους προγόνους τους.
Η αριστεία δεν εθεωρείτο ρετσινιά.
Η ύπαιθρος ήταν αυτάρκης γιατί είχε νέο κόσμο που δούλευε τη γη και επέζησε.
Από την «Ελλάδα της Κατοχής» μας απέμειναν νάρκες, οβίδες και άλλα πολεμικά κατάλοιπα.

Στην «Ελλάδα του Σήμερα»:
Δεν έχουμε κατακτητές με όνομα και εθνικότητα, τουλάχιστον φανερά. Δεν έχουμε αεροπλάνα, κανόνια, τανκς, κλπ.
Έχουμε την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και την πολυπολιτισμικότητα. Έχουμε τις αγορές, τις τράπεζες, τα φαντς κλπ.
Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Βέβαια αυτούς τους νεκρούς δεν τους μαζεύει «το κάρο της Δημαρχίας» αλλά τους κηδεύουν οι οικείοι τους.
Έχουμε την κατανάλωση ψυχοφαρμάκων, που εντοπίστηκαν ακόμα και στα λύματα.
Δεν έχουμε τις ουρές των τενεκεδακίων, αλλά τις ουρές της νάιλον σακούλας.
Ξαναγύρισε η φυματίωση και πολλές άλλες μεταδοτικές ασθένειες.
Η ύπαιθρος θα πεθάνει όταν πεθάνουν τα γεροντάκια που την φρουρούν.
Οι κυβερνώντες μας είπαν ότι η Ελλάδα δεν έχει σύνορα και απαντούν με ένα βροντερό «περάστε κόσμε».
Οι κυβερνώντες ενοχλούνται από τα θρησκευτικά, τα αρχαία και κάθε τι ελληνικό.
Πολλοί Έλληνες υπερασπίζονται με «ηρωισμό» τα κόμματά τους αντί να υπερασπίζονται την Ελλάδα.
Η αριστεία θεωρείται ρετσινιά.
Η πτωχευμένη Ελλάδα σπουδάζει τα παιδιά της και εκείνα την εγκαταλείπουν για να προσφέρουν τις γνώσεις τους στους δανειστές και κάθε ανταγωνιστή μας αντί να μείνουν εδώ και να βοηθήσουν να ξαναστηθεί η Ελλάδα στα πόδια της.
Μας κολακεύουν με Νόμπελ, αλλά παράλληλα μας κλείνουν στα μούτρα τα σύνορά τους.
Μας απομένουν σχισμένες βάρκες και σωσίβια, ΜΚΟ, αλληλέγγυοι και κάθε καρυδιάς καρύδι, μαζί με έναν ανομοιογενή πληθυσμό που εποικίζει την Πατρίδα μας και που δεν εντάσσεται εύκολα στις δυτικές κοινωνίες λόγω του θρησκευτικού φανατισμού του.
Στην «Ελλάδα του Σήμερα» από παρανόηση του καλώς εννοούμενου ανθρωπισμού των κυβερνώντων, οι έποικοι σε λίγα χρόνια θα είναι περισσότεροι από τους Έλληνες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Εμείς οι Έλληνες τι ήμασταν;
Ήμασταν ένας φιλότιμος και περήφανος λαός που αγαπούσε την Πατρίδα του και έδινε και τη ζωή του για αυτήν.
Ήμασταν ένας λαός που πίστευε στη θρησκεία του και αντλούσε δύναμη απ’ αυτήν στις δύσκολες ώρες του.
Ήμασταν ένας έξυπνος λαός από αρχαιοτάτων χρόνων. Αψευδής μάρτυρας ο Ελληνικός πολιτισμός που διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη. Στην ελληνική γλώσσα γράφτηκαν αθάνατα αρχαία κείμενα που ακόμα και σήμερα τα μελετούν οι σοφοί του κόσμου. Όλες οι επιστήμες έχουν ελληνικά ονόματα.
Ήμασταν ένας λαός που η συγγένεια και η γειτονιά έπαιζαν κοινωνικό και παρηγορητικό ρόλο. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά και δέχονταν με ευχαρίστηση τον κάθε επισκέπτη.
Αυτά και πάρα πολλά άλλα ήμασταν.

Σήμερα τι είμαστε;
Δυστυχώς είμαστε ένας λαός διαλυμένος, ένας λαός άβουλος, ένας λαός κλεισμένος στο καβούκι του, που δέχεται αδιαμαρτύρητα τον αφανισμό που του ετοιμάζουν.
Είμαστε ένας λαός που η πλειοψηφία των νέων στην πιο δημιουργική ηλικία τους ξημεροβραδιάζονται στις καφετέριες με έναν φραπέ ή με ένα κινητό στο χέρι να πληκτρολογούν. Ντρέπονται να πάνε να δουλέψουν οπουδήποτε προσωρινά για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους, αλλά δεν ντρέπονται να ξοδεύουν τον χιλιοψαλιδισμένο μισθό των γονέων τους, ή την πενιχρή, κερδισμένη με αίμα σύνταξη των παππούδων τους.
Είμαστε ένας λαός που μετέτρεψε το σπίτι του σε σιδερόφραχτη φυλακή αντί να απαιτήσει από την πολιτεία επίμονα και δυναμικά την ασφάλεια του ιδίου και της περιουσίας του, αφού και ο ίδιος πληρώνει από την τσέπη του τις αρχές ασφαλείας του κράτους.
Είμαστε ένας λαός που αξίζουμε πολύ καλύτερη τύχη απ’ αυτή στην οποία βρισκόμαστε, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να μην τα επαναλάβουμε. Και εμείς ο λαός δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών για την κατάστασή μας. Ξοδεύαμε περισσότερα από όσα εισοδεύαμε. Αποκτήσαμε τη νοοτροπία της εύκολης ζωής. Αφήσαμε τις περιουσίες μας να ρημάξουν γιατί θεωρούσαμε ντροπή την χειρωνακτική εργασία. Για τα παιδιά μας μόνο με το διευθυντηλίκι συμβιβαζόμασταν!! Αυτή τη νοοτροπία μας, την εκμεταλλεύτηκαν οι εταίροι μας που μας έδιναν δάνεια και επιδοτήσεις για να ξεριζώσουμε τις καλλιέργειές μας, να διαλύσουμε τα σκάφη μας κλπ. και φτάσαμε στο σημείο να μην παράγουμε σχεδόν τίποτε και να εξαρτώμεθα απόλυτα από τις εισαγωγές.

Αυτά και πολλά άλλα λάθη κάναμε σαν λαός.
Αυτοί όμως που είναι εγκληματικά υπεύθυνοι και ασυγχώρητοι είναι οι πολιτικοί μας που γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της χώρας μας και μας αποκοίμιζαν με το «λεφτά υπάρχουν» ενώ γνώριζαν ότι και κάποιοι από το λαό έτρωγαν ώστε να μας πετάξουν κατάμουτρα ότι «μαζί τα φάγαμε».
Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, τα δανεικά έπρεπε να επιστραφούν. Έτσι μας φόρτωσαν στην πλάτη τρία ολόκληρα μνημόνια, για να μην οδηγηθούμε σε άτακτη χρεοκοπία, χωρίς να επιμεριστούν τα βάρη στην εξουσία και στο λαό. Και σαν να μην έφθανε αυτό, βρέθηκε ελληνική κυβέρνηση να υποθηκεύσει αυτό το υπέροχο «οικόπεδο γωνία» στο οποίο έχουμε την ευλογία να κατοικούμε από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, για 99 ολόκληρα χρόνια. Θα δεχθούμε να το χαρίσουμε και να μην το παραδώσουμε στους απογόνους μας, όπως το παρέδωσαν σε μας οι πρόγονοί μας;

Αγαπητοί μου,


Δυστυχώς τα δανεικά πρέπει να πληρωθούν. Όχι όμως μόνο από το λαό αλλά και από τους πολιτικούς και από αυτό το αδηφάγο και σπάταλο κράτος. Και να μας δώσουν οι πολιτικοί μας λογαριασμό για ποιο λόγο η Κύπρος και οι άλλες χώρες βγήκαν από τα μνημόνια ενώ εμείς μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά.

Και τώρα τι κάνουμε;


ΣΗΚΩΝΟΜΑΣΤΕ από τις καφετέριες, από τα καφενεία, από τους καναπέδες, από την τηλεόραση, αφήνουμε τους φραπέδες, τα πληκτρολόγια, την πρέφα, το τάβλι κλπ. και μονιασμένοι και αγαπημένοι, νέοι γέροι, παιδιά, γυναίκες και άντρες, όλοι ανεξαρτήτως κόμματος ενώνουμε τη φωνή μας και διεκδικούμε δυναμικά, σταθερά και ειρηνικά το δίκιο μας. Και προσοχή. Δεν λέμε «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» επειδή ίσως ψηφίζει άλλο κόμμα από εμάς. Η Ελλάδα είναι όλων μας και αν βουλιάξει, θα βουλιάξουμε κι εμείς μαζί της.
Να απαιτήσουμε από όλους τους πολιτικούς που φταίνε πολύ περισσότερο από το λαό, αν μη μας ξαναπούν ψέματα. Να μας λένε πάντα την αλήθεια όσο πικρή και αν είναι.


Να απαιτήσουμε χρηστή και δίκαιη διοίκηση του κράτους, σεβασμό και οικονομία του δημόσιου χρήματος. Να μας δίνουν λογαριασμό για κάθε δημόσιο ευρώ που ξοδεύουν με απόδειξη. Να σταματήσουν τα πολυπρόσωπα ταξίδια στο εξωτερικό, τα πεντάστερα ξενοδοχεία και τα λουκούλλεια γεύματα. Να διώξουν τους μετακλητούς υπαλλήλους και να συνεργάζονται με τους μόνιμους υπαλλήλους των Υπουργείων τους. Να παραδώσουν τα κρατικά αυτοκίνητα και να κυκλοφορούν με τα δικά τους ή με τη συγκοινωνία όπως κάνει κάθε εργαζόμενος σ’ αυτή την πτωχευμένη χώρα. Αν θέλουν πολυτέλειες ας τις απολαμβάνουν με δικά τους και όχι με δικά μας χρήματα.

Λίγη ντροπή και λίγος σεβασμός σ’ αυτό τον πολύπαθο λαό δεν βλάπτει.

Κάποια στιγμή θα περάσει και η οικονομική κρίση και θα ΄ρθουν καλύτερες μέρες. Άλλωστε η Ελλάδα μας, σαν κι εμάς, «μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά». Ας μη χάνουμε το θάρρος μας. Όμως ας έχουμε πάντα τα μάτια μας ανοικτά, για να μην ξαναπάθουμε τα ίδια. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν υποφέρουμε μόνο από την οικονομική κρίση, αλλά και από την κρίση αξιών που είναι και η χειρότερη. Κουράγιο λοιπόν και δύναμη «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»!

Με πολλή αγάπη
Χριστίνα Καραμπάτσου
Μεθώνη Μεσσηνίας

Share it on Facebook Share it on Twitter Share it on Google+